ἔγκλιμα

ἔγ-κλῐμα, ατος, τό,
A slope, Plb.5.59.9 (pl.).
2 inclination, tilt,

τοῦ κόσμου Hipparch. 1.3.5

, Gem.6.24; of an engine, Bito 55.10(pl.).
3 latitude, Vett.Val.316.32.
II turning, i. e. rout, of an army, Plb.1.19.11; cj. for ἔκκλημα in D.S.20.12.
III Gramm., inflected form, A.D. Synt.83.2.
2 form pronounced with grave accent, Id.Pron.90.12.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έγκλιμα — ἔγκλιμα, το (Α) 1. κλίση, κατωφέρεια 2. (για μηχανή) λοξή στάση ή τοποθέτηση 3. (για στρατό) ήττα, υποχώρηση 4. επικλινής έκταση 5. γραμμ. εγκλιτική λέξη …   Dictionary of Greek

  • ἔγκλιμα — slope neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκλιμάτων — ἔγκλιμα slope neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκλίμασι — ἔγκλιμα slope neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκλίμασιν — ἔγκλιμα slope neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκλίματα — ἔγκλιμα slope neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκλίματι — ἔγκλιμα slope neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγκλίματος — ἔγκλιμα slope neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.